πάντοτε


πάντοτε
πάντοτε και πάντα (επίρρ. χρον.)
1. συνέχεια, διαρκώς κατά το παρελθόν, το παρόν ή το μέλλον: Πάντοτε θα θυμάμαι το καλό που μου έκανες.
2. σε κάθε περίπτωση: Όσα κι αν ξέραμε, πάντοτε υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθουμε.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.